Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2020

Ο Κώστας Τραχανάς γράφει για το βιβλίο "Ανυπόταχτες σκέψεις" της Στέλλας Πετρίδου


Περιοδικό: Texnes On Line
01-10-2020
Αναρτηθείσα: εδώ

Τα «χαϊκού» (δηλαδή αστείος στίχος) αποτελούν μια ιαπωνική ποιητική φόρμα που περιλαμβάνει τη συντομότερη μορφή ποιήματος παγκοσμίως. Ένα ποίημα χαϊκού αποτελείται συνολικά από 17 συλλαβές, οι οποίες χωρίζονται σε 5-7-5 συλλαβές διατεταγμένες σε 1 ή σε 3 στίχους. Ο ποιητής του χαϊκού περιγράφει νοερά μια ιδέα, αφήνοντας τη φαντασία του αναγνώστη να τη συμπληρώσει, όπως εκείνος νομίζει. Παραδοσιακά, ένα χαϊκού πρέπει να διαρκεί και να διαβάζεται όσο κρατάει μια αναπνοή. Τα χαϊκού είναι εμπνευσμένα απ’ την απλότητα της φύσης και των εποχών του χρόνου, αποδεικνύοντας πως όλοι οι άνθρωποι μπορούν να γίνουν ποιητές. Είναι ποιήματα που «αιχμαλωτίζουν» μια φευγαλέα στιγμή και την παγιώνουν στο αιώνιο συμπαντικό γίγνεσθαι.

«Γίνε φεγγάρι,
να γίνω η θάλασσα
να σ΄ αγκαλιάσω»

«Γίνε ελπίδα,
να γίνω η Άνοιξη
να σε φορέσω.»

«Μια μαργαρίτα .
Σημάδι του έρωτα
π΄ όλο ελπίζει.»

Η λογοτεχνία και πιο συγκεκριμένα η ποίηση είναι η πιο κατάλληλη για να μιλήσει για τα συναισθήματα που γεννιόνται μέσα στις ψυχές μας. Δεν νομίζω ότι υπάρχει άλλος πιο ταιριαστός τρόπος έκφρασης αυτών. Η ποίηση μοιάζει σαν μία αγκαλιά που εκεί μέσα συνυπάρχουν αρμονικά όλα τα συναισθήματα και όταν ανοίξει διάπλατα τα χέρια της, αυτά θα ξεχυθούν σαν τα ορμητικά νερά ενός χειμάρρου, πλημυρίζοντάς μας είτε με ευτυχία και έρωτα, είτε με πόνο και θλίψη.

Η ποίηση έχει τη δύναμη να γοητεύει, όπως καθετί μαγικό. Παίρνεις υλικά απλά και καθημερινά, υλικά κοινόχρηστα, πολυκαιρισμένα και πλάθεις ήλιους, φεγγάρια, αστέρια, θάλασσες, νερά, φωτιές, λουλούδια, κόσμους παράλληλους, μακρινούς. Λες στη βροχή να την φροντίζει να μεγαλώσει, στον ήλιο να βγει ή να κρυφτεί, αιχμαλωτίζει τον ήλιο που φόρεσε να την προσέχει ,στις θάλασσες να φλέγονται, τυλίγεται θάλασσα να την ξεπλένει, στη θάλασσα να λούζει τα όνειρά της, κλέβει νεραιδόσκονη από το φεγγάρι, σβήνει τα αστέρια, στολίζεται Άνοιξη λουλουδιασμένη, στα σύννεφα να σπεύσουν να προφτάσουν ή να χαθούν, βάφει με χρώμα το σκοτεινό της κήπο, στη λήθη ανταμώνει το πεπρωμένο της, γαλάζια φτερά στα θέλω της καρφώνει , όλα τα πρέπει αφήνει ξωπίσω της, σε ένα ποτήρι βουλιάζει τις μπόρες της όταν πονάει, μέσα σε γυάλα φυλάσσει τη νιότη της να μη της φύγει , φωτιές ανάβει στα πιο μεγάλα όχι που την προδίδουν, ναυαγισμένα τα όχι που λούζεται χωρίς αιτία ,στον πυρήνα της ηφαίστειο ζωντανό αυτός, την κατακαίει, σιωπηλή κραυγή αργοσβήνει εντός της από έρωτα , με ένα φιλί μεθάει ,έρωτας είναι , μια μαργαρίτα , σημάδι του έρωτα, κλειδώνει φιλιά στο σεντούκι του πόθου, αγάπες που φλέγονται, κι όλα ξάφνου υπακούουν στις προσταγές σου. Στο σύνολό τους εκατοπενήντα ένα τέτοιες στιγμές, στην ποιητική συλλογή «Ανυπότακτες σκέψεις», απογειωμένης ταπεινότητας, υπερυψωμένης σεμνότητας, χαρακωμένης φλέβας για να αιμορραγήσει η μνήμη και για να μην κακοφορμίσει η πληγή. Γιατί πίσω από κάθε ποιητή βρίσκεται ένας αστάλαχτος πόνος, αρχαίος, πιότερο κι από τις πέτρες που ζώνουν την θλίψη μας όταν την προσκυνάμε. Η επαγγελματική της διαστροφή είναι η ανακατάταξη, η αναχάραξη, το αναμάσημα λέξεων και αισθημάτων που απορρέουν από μια βαθιά πληγή, ανεξάντλητη πηγή οραμάτων τοξικών, όπως η άψινθος.

Η ένταση κλιμακώνεται ποίημα με το ποίημα και οι ανάσες λιγοστεύουν... Εν ολίγοις, έχουμε στα χέρια μας ένα σπαρακτικό μονόλογο που θα μας κλωνίσει συθέμελα...

«Παραδίνομαι
στης μοναξιάς τα βάθη
μον΄ όταν θέλω.»

«Το πρωτοβρόχι.
Χαρά που αρρωσταίνει
το φθινόπωρο.»

«Ερωτευμένη
καρδιά μου, σε πόνεσα
με υποσχέσεις.»

Η Στέλλα Πετρίδου μαγνητίζει όποιος την διαβάζει. Τον προσκαλεί στο παιχνίδι, τον κάνει συμμέτοχο και κοι­νωνό, τον μυεί σε επαρκείς ιδεογραφικές διατυπώσεις με οπτική διευθέτηση και ιδιάζουσα θε­ματική. Με δύναμη ψυχής, αισιοδοξία ζωής και συλλογιστική περατότητα τον προκαλεί να βρει τον εαυτό του και να τοποθετηθεί. Τον κάνει σύμμαχο και αναπόσπαστο μέλος σ’ ένα σύνολο με λεκτική μετάδοση, ποιοτική χροιά και ακουστική μαγεία που μεταδίδει ένταση και έκσταση. Στις ποικίλες εκφάνσεις που σταχυολογεί παραπέμπει επίσης σε αποκαλύψεις που φωτίζουν την πε­ριοχή του πραγματικού-φαντασιακού και επιφυλάσσουν τη διείσδυση στον πλούτο των συλλή­ψεων που παρεπιδημούν. Διαφέρει η Στέλλα Πετρίδου από τους περισσότερους συγχρόνους της, γιατί αυτή ξέρει μουσική, έχει “μουσικό” αυτί , είναι και στιχουργός και ξέρει να μεταπλάθει ξεχασμένα ρήματα σε τωρινές πράξεις, παροντικές. Η γλώσσα που επιλέγει η Στέλλα Πετρίδου, άλλοτε είναι πιο κοφτή και κυνική, άλλοτε πιο τρυφερή κι άλλοτε πιο αυστηρή. Μόνο έτσι τονίζονται όλα όσα θέλει να περάσει η ποιήτρια στους αναγνώστες. Εκπληκτικής ενάργειας εικόνες, πνιχτός σπαραγμός, βουβή θλίψη, απελπισία εις το έπακρον. Φιλοτεχνεί στίχους ποιητικής οξύτητας αξιοσημείωτης.

Κάποιοι μιλούν με έμφαση για τη σημασία του ταλέντου. Θα ’λεγα πως η λέξη περιγράφει κάποιες αόρατες κεραίες ικανές να συλλάβουν ακόμα και τις πιο ασθενείς δονήσεις, τους πιο ανεπαίσθητους ήχους, τους πιο λεπτούς κυματισμούς του έξω και του μέσα κόσμου μας. Δεν ξέρω αν γεννιέται κανείς μ’ αυτές ή είναι επίκτητες. Σημασία έχει πως μαθαίνει κανείς με τον καιρό να τις συντονίζει, να τις κατευθύνει και να τις συντηρεί με τη μελέτη. Δε γίνεται κανείς κηπουρός, χωρίς να πέσει στα χώματα να ξεβοτανίσει και να σκάψει! Πριν λοιπόν γράψει κανείς την πρώτη του λέξη, είναι ανάγκη να έχει γεμίσει ως πάνω τις δεξαμενές του μυαλού και της ψυχής. Πρέπει να έχει δει τον κόσμο με ανυπόκριτη αγάπη και με τον θαυμασμό που νιώθουν για το καθετί τα μικρά παιδιά. Πρέπει να έχει μυηθεί στα μικρά και τα μεγάλα μυστήρια της ζωής, να έχει αφουγκραστεί την ίδια του την καρδιά και την ανάσα, σε ώρες γαλήνιας εσωτερικής ενατένισης. Από άδειο δοχείο κανείς δε γίνεται να πιει! Από ξερή κι έρημη γη δε γίνεται να περιμένει κανείς καρπούς και άνθη...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου